Ώριμοι καρποί αγριοτριανταφυλλιάς με υπνωτίζουν, στο νοτισμένο τους ιστό και πάλι με καλούν, σιγοψιθυρίζοντας ξόρκια ξεχασμένα, τα αγκάθια με ρώγες δακτύλων μοιάζουν τρυφερές, οι κατακόκκινοι καρποί, θηλές γυναίκας ώριμης.
Διασκευή από τους Magic de Spell, cd single "Ο Φόβος έχει όνομα", 1997.
Με μπαταρία - Νικόλας Άσιμος (διασκευή: Magic de Spell)
Στίχοι: Νικόλας Άσιμος Μουσική: Νικόλας Άσιμος Πρώτη εκτέλεση: Νικόλας Άσιμος
Εκπορνεύεσαι κουρέλι στην μπορντελοκοινωνία, ξεπουλάς και την ψυχή σου για την υπεραφθονία, στην καρδιά σου βάλαν φρένα, το μυαλό σου παίρνει βύσμα για χιλιάδες σαν εσένα θα αρκέσει μια πρίζα.
Κι η πνευμονοκονίαση, κι η πνευμονοκονίαση κι αυτή θα έχει πάψει ρομποτανθρωπομήχανση και ξυπνοπνευματύπνωση και χρυσωμένο χάπι.
Θα είσαι με μπαταρία να εκτελείς εργασία με σούπερ ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση θα πλέεις σ' ευφορία.
Θα είσαι με μπαταρία να εκτελείς εργασία με σούπερ ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση θα πλέεις σ' ευφορία.
Για κοιτάξτε με σακάτη ένα έχω μόνο μάτι μου ρουφήξατε το αίμα μα ανυπόκριτο έχω βλέμμα.
Αποφασισμένος πάντα στην προσωπικιά μου μπάντα την ψυχή μου δεν πουλάω και το δρόμο μου τραβάω.
Την πνευμονοκονίαση, την πνευμονοκονίαση εγώ τη συζητάω ρομποτανθρωπομήχανιση και ξυπνοπνευματύπνωση δεν θέλω να την φάω.
Ξερνάω τη μπαταρία δεν εκτελώ εργασία δεν θέλω ενημέρωση, τροφή και διασκέδαση γουστάρω ελευθερία.
Ξερνάω τη μπαταρία δεν εκτελώ εργασία δεν θέλω ενημέρωση, κορσέ και διασκέδαση γουστάρω ελευθερία.
"Αν θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη.
Δραπέτευσα. Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη. Μ' ύπουλο σάλτο, χίμηξα σα θηρίο πάνω σ' όλες τις χαρές να τις σπαράξω. Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας, τα κοντάκια των όπλων τους. Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο. Η απόγνωση ήταν ο θεός μου. Κυλίστηκα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος. Ξεγέλασα την τρέλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά, λέω ν' αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Το κλειδί αυτό είν' η συμπόνια. Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα...». ολολύζει ο διάβολος : και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες. «Φτάσε στο θάνατο μ' όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου, τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !»
Αχ ! απηύδησα. Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές. Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά. Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα, για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από το σημειωματάριο ενός κολασμένου. "
Arthur Rimbaud
Στίχοι: Arthur Rimbaud Μουσική: Τρύπες Εκτέλεση: Τρύπες Δίσκος: Υπέροχο Τίποτα
Η βρεγμένη τύρφη κολλούσε στρώματα-στρώματα στις γυμνές του πατούσες, σε κάθε του βήμα τα πόδια του βάραιναν, όταν δεν μπορούσε πια να περπατήσει σταματούσε και καθάριζε τα πόδια του, τότε σήκωνε το κεφάλι και κοιτούσε πάντα προς την ανατολή, είτε ήταν μπροστά του, είτε ήταν πίσω του. Ήταν ένα παράξενο παιδί, από μικρός δούλευε για να τα βγάλει πέρα, μα ποτέ δε παραπονιότανε γιατί στους δικούς του κόσμους πάντα μπορούσε και χανόταν, στα χωράφια στο χωριό με τα χώματα πάλευε κι όταν πρόκοψε να σπουδάσει, όχι που το ‘θελε κανείς αλλά να, τα κατάφερε και ‘κει, στην λαχαναγορά ξεφόρτωνε καφάσια κάθε ξημέρωμα, έβλεπε πάντα το ξημέρωμα, δεν το επεδίωκε αλλά ίσως υποσυνείδητα να το ‘ψαχνε, μα ήταν πάντα υπέροχο το ξημέρωμα.
Ο καιρός είναι ένας γαμημένος σύμβουλος …
Τα χρόνια πέρασαν, το ξημέρωμα το ‘χασε, το ωράριο άλλαξε και η δουλειά επίσης, δεν κουβάλαγε πια τίποτα και γιατί πληρωνόταν αναρωτιόταν ώρες-ώρες. Καινούργια κουσούρια τον βρήκαν, όλη την ώρα σκεφτόταν την δουλειά και τα κίτρινα χαρτάκια που πολλαπλασιάζονταν σαν τις κατσαρίδες. Έχασε την επαφή του με το ξημέρωμα.
Μερικές φορές έκλεινε τα μάτια και ένοιωθε τα πόδια του δροσερά, η καλοκαιρινή δροσιά τον τύλιγε μέσα στην κάψα του μεσημεριού, μισάνοιγε τα μάτια του και κλεφτοκοιτούσε την χαραυγή μέσα από καλαμπόκια και καπνόφυλλα, ξυπόλυτος στη λάσπη.
Στίχοι: Θανάσης Παπακωνσταντίνου Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Αγγελάκας
Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός βγαίνει απ' τα πιο σφιγμένα χείλη. Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.
Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος η χαραυγή θα σε ξεκάνει. Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά, κι έχει τον ήλιο τον αλάνη.
Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός στις εκβολές του θα προσφέρει όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν κι όσα γι' αυτά κανείς δεν ξέρει.
Πίσω απ' τους λόφους, πίσω απ' τα βλέφαρα υπάρχει τόπος και για σένα. Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα, χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα.
Πέρα και κάτω απ' των βουνών τις απάτητες κορυφές, εκεί που μόνο αετοί φωλιάζουν, σε μια πλαγιά απότομη που πόδι δεν την πιάνει και βλέμμα δεν ζυγώνει, στέκει δυο χρόνια τώρα μια άγρια τριανταφυλλιά. Κάτω από μια κόχη φύτρωσε, τους τρυφερούς βλαστούς της γενναία και γρήγορα προς τον ήλιο σαν χέρια άπλωσε, μεγάλωσε και στέκει τώρα εκεί με άνθη φορτωμένη. Κανείς δεν την έχει δει, κανείς τα όμορφα λουλούδια της δεν θαύμασε, κανείς το γλυκό άρωμα τους δεν μύρισε. Ο χρόνος δεν θα την φθείρει και ούτε κανείς θα την πληγώσει, μα και κανείς ποτέ δεν θα το ξέρει ...
Μια πανέμορφη άγρια τριανταφυλλιά θα με κυκλώνει άφθαρτη και όσο ζω θα μ’ αγκυλώνει ...
Είναι οι στιγμές ατέλειωτες η μοναξιά φυλακή και ευκαιρία οι αμαρτίες μου αμέτρητες και η εξιλέωση μια ουτοπία
-Σμπαράλια η ζωή μου φίλε, μαζεύω τα κομμάτια και πίσω μου σκορπίζονται τα πάντα, σαν φύλλα στον φθινοπωρινό αέρα. -Ναι ε; Έχεις όλες αυτές τις ατυχίες και είσαι και μόνος, αλήθεια πως αντέχεις μοναχός; -Όπως κάνει κι ο φτωχός -Πως; -Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς -Κι αυτό που λένε ότι «θα γυρίσει ο τροχός»; -Έχω πολύ καιρό να γαμήσω φίλε … ξέρεις αυτό το κολλητό τζιν σε κάνει πολύ σέξι …
Η ζέβρα Ανθή και το γήπεδο γκολφ, 2/2/17
-
Περνάγαμε ήσυχα τον καιρό μας κάνοντας τεχνητές αναπνοές ο ένας στον άλλο.
Μετά το γυρίζαμε στο πινάκλ ενώ στα ηχεία έπαιζαν μαγνητοφωνήσεις απ τον
ήχο του...
Τέλος εποχής
-
Η Μαύρη Φατρία έκλεισε.
Μην λυπάστε οι φίλοι και οπαδοί.
Η αμφισβήτηση γυαλίζεται και αναβαθμίζεται για να διανεμηθεί σωστότερα.
Βωμοί και κωλοτρυπίδες...
Άργος, ο μεσήλιξ παπαγάλος της Ιθάκης
-
Ο διανοητικά καθυστερημένος στρατηγός Μακ Άρθουρ, όταν το ΄σκασε σαν λαγός
από το Κορεγκιντορ για να μην τον κόψουν φέτες τα Τζαπώνια, είχε υποσχεθεί
ότι θ...
A sunny day,not so far away
-
*Βοήθεια μια κι έξω !*
*[image: Image reduced in size]*
*<embed wmode="transparent" allowfullscreen="true"
src="http://www.greektube.org/gtplayer.swf" wi...
Μπήκαν τα γίδια στο Μαντρί
-
*Μπήκαν μωρέ μπήκαν τα γίδια στο μαντρίΜπήκαν μωρέ μπήκαν τα γίδια στο
μαντρίΤα πρόβατα στη στρούγκα Χρυσούλα κι αδερφούλαΚι η Χρύ μωρέ ...
Η Επανατιμολογηση Ολοκληρωθηκε...
-
Αν ρωτησεις σημερα Κυριακη 11/07 1000 επενδυτες,δημοσιογραφους,αναλυτες "η
οποιονδηποτε γυρω απο την οικονομια και τα χρηματιστηρια, ειναι ζητημα αν
θα ...
ΕΔΩ ΜΕ ΞΕΡΑΣΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ …
Από το Ίλιο ο άνεμος στους Κίκονες με πήρε, στην Ίσμαρο εκεί χάλασα και πολιτεία κι ανθρώπους κι όσες γυναίκες πήραμε και πλούτια από τη χώρα, σωστά τα μοιραστήκαμε, το δίκιο νά 'χουν όλοι. Τότες παρακινούσα εγώ να φύγουμε με βιάση, μα αυτοί, μεγάλη η τρέλλα τους, δε θέλανε ν' ακούσουν,
μόν' πίναν άσμιχτο κρασί, και σφάζανε περίσσια αρνιά, και λοξοπόδαρα στο περιγιάλι βόδια. Πήγαν ως τόσο οι Κίκονες και Κίκονες φωνάξαν, που από στεριάς γειτόνευαν και που ήταν πιότεροί τους, και πιο παλληκαράδες τους, καλοί να πολεμούνε
απάνω απ' άρματα, ή πεζοί, σαν τό 'φερνε η ανάγκη. Σαν τ' άνθια ήρθαν της άνοιξης αυτοί, και σαν τα φύλλα, στο χάραμα. Μοίρα κακή τότ' έπεσ' απ' το Δία σ' εμάς τους δύστυχους, πολλά για να μάς φέρη πάθια. Στήσαν τον πόλεμο ομπροστά στα γλήγορα καράβια,
και πέφταν κι απ' τις δυό μεριές τα χαλκωτά κοντάρια. Πρωΐ όσο ήταν, κι έπαιρνε το δρόμο της η μέρα, βαστιόμασταν αγνάντια τους, κι ας ήταν πιότεροί μας, Μα στώ βοδιών το λύσιμο σαν ήρθε ο Ήλιος, τότες οι Κίκονες τους Αχαιούς πια τσάκισαν και σπρώξαν.
Έξη από κάθε πλεούμενο χαλκόποδοι συντρόφοι σκοτώθηκαν. Οι άλλοι εμείς γλυτώσαμε απ' το χάρο.