Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Λάθη



Ξανθή και όμορφη, σαν μέρα φευγαλέα, έλιωνε με τα μάτια της και πάγο και καρδιά। Ένας φάρος μες τα σκοτάδια, μια πανέμορφη κυρά. Μόνο η ματιά της του ‘φτανε θαρρούσε, μα με εικόνες δεν ποτίζεται η ψυχή ούτε ο πόνος γαληνεύει. Χρόνια την ποθούσε, ένα κομμάτι της ψυχής του να της δείξει προσπαθούσε.

Τι πόνος να κοιτάς πίσω απ’ τις κουρτίνες της αγάπης κι αυτή να μη σε βλέπει.

Κάποτε με σίδερο πυρωμένο χάραξε στο μπράτσο του δυο γράμματα, το δικό του και μιας γυναίκας άμυαλης, τώρα για εαυτό του μοναχά ρήμαζε το κορμί του. Έμαθε σαν του μελλοθάνατου τις στιγμές κάθε στιγμή να ζει. Σε ένα λάθος να πιστεύει όμορφο. Χαράμιζε το σώμα του σέρνοντας το από κορμί σε κορμί, ώσπου να μείνει ένα κουφάρι αδειανό, μιας και ψυχή δεν απέμεινε πια να δώσει.

Ανόητο και όμορφο την ψυχή σου έτσι να ξοδεύεις.

Έφυγε πετώντας όπως του έπρεπε, ξεμάκραινε, ίδιο θαλασσοπούλι, πέρα στον ορίζοντα …

Photo by freeagle at: http://picasaweb.google.gr/freeagler/MyPhotos#५४५६३७७९२२७५३५८८८६६