Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Καλοκαιρινή εμμονή

Οι wehrmacht χτυπούσαν με σαδιστική ηδονή το δρόμο, προκαλώντας πόνο στους αστραγάλους του, τι ειρωνεία που τώρα πια μόνο αριστεροί φορούσαν αυτά τα άρβυλα που κάποτε πάτησαν και κορμιά και συνειδήσεις, το στενό μαύρο τζιν πίεζε ασφυκτικά τα αρχίδια του σε σημείο που τον πονούσαν. Πέρναγε κάθε βράδυ από το ίδιο λιθόστρωτο υγρό στενοσόκακο, η αφόρητη ζέστη και η υγρασία κολλούσαν τα ρούχα πάνω του, το μαύρο του μπλουζάκι είχε γίνει μούσκεμα και τον τραβούσε στη πλάτη. Πάνε πέντε καλοκαίρια πια που την αναζητούσε, του ‘χε γίνει εμμονή, κάπου εκεί μόλις πιαναν οι κάψες, έβγαινε απ’ το καβούκι του και την έψαχνε, αποφάσιζε ξαφνικά πως δεν ήθελε να ‘ναι πια μόνος και αμέσως σκεφτόταν πως θα ‘ταν να είχε ένα ταίρι. Έστηνε ιστορίες με το μυαλό του πως τάχατες ήταν μαζί με μια γυναίκα και περπατούσαν χέρι-χέρι, της έλεγε κάτι έξυπνο κι αυτή χαμογελούσε, άπλωνε το χέρι του και έκοβε ένα κλωνάρι από το γιασεμί του δρομάκου, της το ‘δινε και αυτή κλείνοντας τα μάτια της, το μύριζε …

-Τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα; Μια φωνή μέσα από μια αυλή τον συνέφερε, άνοιξε τα μάτια του και τότε πρόσεξε ότι όντως είχε κόψει λίγο από το γιασεμί, το πέταξε χάμω και συνέχισε το δρόμο του, μετά από λίγο σταμάτησε και γύρισε πίσω.
-Ποιος βρίζει; φώναξε.
Ένας μικροκαμωμένος ηλικιωμένος άνθρωπος εμφανίστηκε πίσω από το λοφίσκο του γιασεμιού. Φορούσε άσπρο πουκάμισο και μπλε σκούρο παντελόνι, η ζώνη του ήταν λεπτή σαν σχοινί. Με τα μικρά του μάτια κλεφτοκοίταζε πλησιάζοντας την ψηλή και απόκοσμη φιγούρα που στεκόταν ήδη έξω από την καγκελόπορτα της αυλής. Η αυλή ήταν περιποιημένη και γεμάτη γλάστρες από παλιούς γκαζοτενεκέδες ασβεστωμένους, φτώχια και πάστρα παντού.
-Συγγνώμη νεαρέ, είπε, αλλά περνούν πιτσιρικάδες από το δρόμο και μαδάνε τα λουλούδια μου, τόσο τα προσέχω, τα περιποιούμαι και τα αγαπώ που αντιδρώ υπερβολικά, μερικές φορές φτάνω σε σημείο να φωνάξω την αστυνομία.
Έβγαλε αργά το μπλουζάκι του μπροστά στα έκπληκτα μάτια του γέρου. Ο γέρος κιτρίνισε από αηδία, το κορμί του ήταν γεμάτο στίγματα και σημάδια αποτρόπαια. Πολλά από αυτά ήταν παλιές πληγές από αηδιαστικές αρρώστιες ξεχασμένες, άλλα ήταν τατουάζ περίτεχνα μα σιχαμερά και ουλές βαθιές που χωρούσε το δάχτυλο σου χαράκωναν τον κορμό του πέρα για πέρα.

-Ποιος σου τα ‘κανε όλα αυτά; Ρώτησε ο γέρος.
-Εσύ, απάντησε φορώντας την μπλούζα του.
-Ζεις όμως, του ‘πε ο γέρος ξαναβρίσκοντας το χρώμα του, ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό είπε ο Νίτσε, και σένα δεν σε βλέπω πιο δυνατό…
-Μπα! ξέρεις και τον Νίτσε στην ποντικότρυπα που ζεις, απάντησε με υπεροψία
-Τον ξέρω όπως ξέρω πως είσαι ανώτερος από μένα κι όμως δεν μπορείς να σηκωθείς και κάθε σου βήμα σε πάει παρακάτω, δεν πιστεύεις πια έχεις χάσει την πίστη σου, αυτό είναι το πρόβλημα.
-Εννοείτε ρε κωλόγερε! Δεν πιστεύω σε τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος! Καζαντζάκης, αν τον ξέρεις κι αυτόνανε.
-Τον ξέρω, μα εσύ δεν είσαι ελεύθερος, κράτησες τα δυο πρώτα μοναχά, ξέχασες να ελευθερωθείς, αυτό πρέπει να κάνεις.
-Είσαι γέρος και οι μέρες σου μετρημένες, γι’ αυτό το παίζεις έξυπνος, μοναχά γέροι και αποτυχημένοι δίνουν συμβουλές για να συνεχίσω τα τσιτάτα, και έκανε να φύγει αλλά σταμάτησε όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στην κορυφή της καγκελόπορτας. Κολλημένο ανάμεσα σε φτηνιάρικες λαμαρίνες υπήρχε ένα σχέδιο ενός παράξενου πουλιού που έβγαινε μέσα απ’ ένα αυγό.
-Που το βρήκες αυτό; Ρώτησε ο νεαρός.
-Εγώ το έφτιαξα, ξέρεις τι είναι;
-Ναι.
-Μπορείς να πιστέψεις σ’ αυτόν;
-Σ’ αυτόν; ίσως.
-Τότε κάντο και θα είσαι ελεύθερος.
Ο γέρος απόμεινε να κοιτάζει την καγκελόπορτα καθώς άκουγε τον ήχο από τα άρβυλα που απομακρυνόταν.
-Στο λέει κάποιος που δεν μπόρεσε να βγει από το αυγό, μονολόγησε και κοίταξε τα χέρια του που κρατούσαν ακόμα το κλωνάρι του γιασεμιού.

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Λάθη



Ξανθή και όμορφη, σαν μέρα φευγαλέα, έλιωνε με τα μάτια της και πάγο και καρδιά। Ένας φάρος μες τα σκοτάδια, μια πανέμορφη κυρά. Μόνο η ματιά της του ‘φτανε θαρρούσε, μα με εικόνες δεν ποτίζεται η ψυχή ούτε ο πόνος γαληνεύει. Χρόνια την ποθούσε, ένα κομμάτι της ψυχής του να της δείξει προσπαθούσε.

Τι πόνος να κοιτάς πίσω απ’ τις κουρτίνες της αγάπης κι αυτή να μη σε βλέπει.

Κάποτε με σίδερο πυρωμένο χάραξε στο μπράτσο του δυο γράμματα, το δικό του και μιας γυναίκας άμυαλης, τώρα για εαυτό του μοναχά ρήμαζε το κορμί του. Έμαθε σαν του μελλοθάνατου τις στιγμές κάθε στιγμή να ζει. Σε ένα λάθος να πιστεύει όμορφο. Χαράμιζε το σώμα του σέρνοντας το από κορμί σε κορμί, ώσπου να μείνει ένα κουφάρι αδειανό, μιας και ψυχή δεν απέμεινε πια να δώσει.

Ανόητο και όμορφο την ψυχή σου έτσι να ξοδεύεις.

Έφυγε πετώντας όπως του έπρεπε, ξεμάκραινε, ίδιο θαλασσοπούλι, πέρα στον ορίζοντα …

Photo by freeagle at: http://picasaweb.google.gr/freeagler/MyPhotos#५४५६३७७९२२७५३५८८८६६

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

καλικάντζαροι του θέρους



- Δεκέμβρης, είπε κοιτάζοντας προς το νότο την γραμμή του ορίζοντα, όλα μου θυμίζουν Δεκέμβρη μήνα, κι ας έχει τόση κάψα! η δουλειά είναι τρελή, σήμερα από το πρωί ως το βράδυ στο νησί, την Δευτέρα θα ‘μαστε και πάλι εδώ, την Τρίτη στα ορεινά, στου διαόλου τη μάνα και την Τετάρτη πάλι τα βουνά θα πάρουμε, οι πληρωμές γίνονται αμέσως, κάποιοι εκεί μέσα στα γραφεία πρέπει να ρίχνουν πολλή δουλειά, και ‘γω δεν έχω κοινωνική ζωή! Δεκέμβρης σου λέω, κανονικός! μόνο τα κάλαντα και οι καλικάντζαροι λείπουν!
- Οι καλικάντζαροι ήταν πάντα εδώ! Μες το μυαλό μας!
- Χαχαχα !, γέλασε δυνατά και γύρισε απότομα δίπλα, δεν ήταν κανείς εκεί, χαμήλωσε το βλέμμα του στην κουπαστή, κοίταξε τα χέρια του που αγκάλιαζαν το κρύο σίδερο, άνοιξε τις παλάμες του, αυτή η αίσθηση του αλατιού του τον εκνεύριζε από μικρό, έτριψε τα χέρια του σκορπώντας το αλάτι πάνω στους ανοικτούς φακέλους που ξεχείλιζαν με τα έγγραφα να παίζουν στο θαλασσινό αεράκι, τους κοίταξε χαμογελώντας.

Θα ‘ταν τρία χρόνια τώρα που αλώνιζε σε όλη την περιφέρεια μόνος του, σαν τον λύκο, παλιά είχε τον φίλο του μα εδώ και καιρό ταξίδευε μόνος παρέα με τους φακέλους του, τους πήγαινε, τους έφερνε, τους ξαναπήγαινε, όταν ήταν πάνω σε πλοίο τους άφηνε κόντρα στον άνεμο για να πάρουν την μυρωδιά της θάλασσας και τους πασπάλιζε με αλάτι για να μυρίζουν ιώδιο όπως έκανε τώρα. Έφερε στο νου του κλειστά γραφεία με κλιματισμό και φιλοφρονήσεις, τα τηλέφωνα να χτυπούν, τα κίτρινα χαρτάκια να πολλαπλασιάζονται σαν κατσαρίδες και να καταλαμβάνουν το χώρο. Σκέφτηκε μια γυναίκα όμορφη, καθισμένη στο γραφείο να αγγίζει τα ίδια χαρτιά σε πιο ήσυχο περιβάλλον και να αναρωτιέται γιατί μυρίζει θάλασσα. Πάνε δυο χρόνια τώρα που την σκεφτόταν, χαμογέλασε στην σκέψη της, ίσως γι’ αυτό να την σκεφτόταν, ίσως ακόμη και αυτό να του αρκούσε ...

-Μη στενοχωριέσαι, τη δευτέρα θα ‘μαστε πάλι εδώ …

Photo by freeagle at: http://picasaweb.goo...964435777024002